Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Όμηρος 800-750π.Χ.


Ούτις εμοί γ’ όνομα
μτφρ: το όνομά μου είναι "Κανένας"
(Η γνωστή πονηριά του Οδυσσέα προς τον Κύκλωπα Πολύφημο )

Ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων;
μτφρ: κυριολεκτικά: τι λόγος ξέφυγε από την οδοντοστοιχία σου. Μεταφορικά: τι μαλακία είπες τώρα;
(Ο Δίας αντιδρώντας στην κατηγορία της Αθηνάς ότι εγκατέλειψε τον Οδυσσέα)

Άχθος αρούρης.
μτφρ: Βάρος της γης , άχρηστος (η φράση αρχικά αφορούσε τον Αχιλλέα).
(Ιλιάς Σ)

Δόσις ολίγη τε φίλη τε.
μτφρ: Προσφορά μικρή αλλά εγκάρδια (ή καλοδεχούμενη).

Ύπνω και θανάτω διδυμάοσιν.
μτφρ: ο ύπνος και ο θάνατος είναι δίδυμα αδέλφια

Άλλοις γαρ τ’ άλλοισιν επιτέρπεται έργοις.
μτφρ: ότι σ’ άλλα έργα αρέσκεται τούτος και σ’ άλλα εκείνος

Έσσετ’ ήμαρ.
μτφρ: θα ‘ρθει η μέρα που…
(Ιλιάς)

Ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη. Είς κοίρανος έστω, είς βασιλεύς.
μτφρ: Δεν είναι καλό να υπάρχει πολυαρχία. Πρέπει να υπάρχει ένας αρχηγός, ένας βασιλιάς

Θαρσαλέος ανήρ εν πάσιν αμείνον.
μτφρ: ο θαρραλέος άνθρωπος υπερτερεί σε όλα

Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν.
(Ιλιάδα Ζ, Ο Ιππόλαχος από τη Λυκία στο γιο του Γλαύκο)

Ο τρώσας και ιάσεται.
μτφρ: αυτός που προξένησε την πληγή θα τη γιατρέψει (Ο Αχιλλέας εν προκειμένω).
(από την Ιλιάδα)

Αιδώς γαρ εν κακοίσιν ουδέν ωφελεί. Η γαρ σιωπή τω λαλούντι σύμμαχος.
μτφρ: στα δύσκολα η ντροπή δεν ωφελεί σε τίποτα. Η σιωπή είναι σύμμαχος αυτού που μιλάει

Ροδοδάκτυλος Ηώς.
Ηώς=Αυγή, μυθική θεά

Είς κοίρανος έστω, είς βασιλεύς.
μτφρ: πρέπει να υπάρχει ένας ηγεμόνας, ένας βασιλιάς

Έργον αέξεται, ώ επιμίμνω.
απόδοση: μια δουλειά θα προχωρήσει, αν καταπιαστείς μ’ αυτήν σοβαρά

Χόλος νόον οιδάνει.
μτφρ: ο θυμός φουσκώνει το μυαλό

Πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνων.
(Οδύσσεια α')

Δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις.
μτφρ: λαοφάγε βασιλιά, κυβερνάς "ουτιδανούς"
(από την Ιλιάδα, ομιλεί ο Αχιλλέας)

Νόστιμον ήμαρ.
μτφρ: η ημέρα της επιστροφής.
(Οδύσσεια α΄)

Καπνόν αποθρώσκοντα
(από την Οδύσσεια)

Αιδώς, Αργείοι.
(Ιλιάδα Ε)

Έπεα πτερόεντα.
(Ιλιάς, σε διάφορα χωρία)

Θαύμα ιδέσθαι.

Άμα πρόσσω καί οπίσσω λεύσσει
μτφρ: κοιτάει από μπροστά και από πίσω [για να δει ποιο είναι το καλύτερο]

Ου Νέμεσις Τρώας και ευκνήμιδας Αχαιούς
τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν.
Αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν
μτφρ: δεν είναι κατηγόρια, όχι, για πλάσμα σαν κι αυτή /τόσο καιρό που σφάζουνται οι Αχαιοί κι οι Τρώες./Αλήθεια, αθάνατη θεά λες κι είναι σαν τη βλέπεις
(σχόλιο των γερόντων της Τροίας, όταν είδαν την Ωραία Ελένη. Το «Ου Νέμεσις» εξελίχθηκε σε παροιμιώδη φράση, δηλωτική θαυμασμού )

Αεί τον όμοιον άγει θεός ως τον όμοιον.
μτφρ: πάντα ο θεός τον όμοιο κοντά στον όμοιο φέρνει

Παρά θίν’ αλός.
μτφρ: παραλιακά
(Ιλιάς Α)

Μάντις κακών
(Ο Αγαμέμνων για τον Κάλχα)

Μήνιν άειδε θεά Πηληιάδεω Αχιλήος.
(Η πρώτη φράση της Ιλιάδας)

Ταύτα θεών εν γούνασι κείται.
μτφρ: αυτά εξαρτώνται από τη θέληση των θεών

Μένεα πνέων

Κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων.
μτφρ: σωριασμένος κάτω φαρδιά-πλατιά, έχοντας χάσει το άλογο
Ιλιάδα π’

Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης.
(Ιλιάδα Μ, ρήση του Έκτορα)

Σήματα λυγρά
μτφρ: ολέθρια σημάδια

Άνδρα μοι ένεπεν μούσα πολύτροπον ως μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν, πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω.
(η πρώτη φράση από την «Οδύσσεια»)

Ευτυχισμένος ο ηγεμόνας που κάνει τους υπηκόους του όχι να τον φοβούνται, μα να φοβούνται μήπως αυτός πάθει τίποτε κακό.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

­Αίμα

Αἷμα

(Blood)

ΙΓΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς-τέσ­σε­ρις ἄν­θρω­ποι τὴ μέ­ρα. Κοι­τά­ζουν τὰ ζῶ­α στὰ κλου­βιά, ἀλ­λὰ σπά­νια τὰ ἀ­γο­ρά­ζουν. Ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι στε­νὸς καὶ δὲν χω­ρά­ω πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο, ὁ­πό­τε κά­θο­μαι συ­νή­θως στὴν πα­λιὰ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη κα­ρέ­κλα μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­χω τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σὲ βα­τρά­χους, σαῦ­ρες, φί­δια καὶ ἔν­το­μα, ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ χον­τρὲς κι­τρι­νω­πὲς γυ­ά­λι­νες πλά­κες. Δά­σκα­λοι ἔρ­χον­ται καὶ παίρ­νουν βα­τρά­χια γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα βι­ο­λο­γί­ας, ψα­ρά­δες περ­νᾶ­νε κα­μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν κά­τι γιὰ δό­λω­μα· οὐ­σι­α­στι­κά, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Σύν­το­μα, θὰ πρέ­πει νὰ κλεί­σω τὸ μα­γα­ζί μου καὶ θὰ λυ­πη­θῶ γι’ αὐ­τό, για­τί ἡ νυ­στα­λέ­α, βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης πάν­τα μὲ γα­λή­νευ­ε καὶ πε­ρι­έρ­γως μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω σὰν στὸ σπί­τι μου. Δου­λεύ­ω ἐ­δῶ πέν­τε χρό­νια τώ­ρα.
       Μιὰ μέ­ρα, μιὰ πα­ρά­ξε­νη μι­κρό­σω­μη γυ­ναί­κα μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί μου. Τὸ πρό­σω­πό της φαι­νό­ταν φο­βι­σμέ­νο καὶ γκρί­ζο. Μὲ πλη­σί­α­σε, μὲ τὰ χέ­ρια της νὰ τρέ­μουν, ἀ­φύ­σι­κα χλο­μά, μοι­ά­ζον­τας μὲ δυ­ὸ νε­κρὰ λευ­κὰ ψά­ρια στὸ σκο­τά­δι. Ἡ γυ­ναί­κα δὲν μὲ κοί­τα­ξε, οὔ­τε εἶ­πε τί­πο­τε. Οἱ ἀγ­κῶ­νες της πα­ρέ­παι­αν, ἀ­να­ζη­τών­τας στή­ρι­ξη πά­νω στὸν ξύ­λι­νο πάγ­κο. Μοῦ φά­νη­κε πὼς δὲν εἶ­χε ἔρ­θει ν’ ἀ­γο­ρά­σει σαῦ­ρες· μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ μὴν ἔ­νι­ω­θε κα­λὰ καὶ νὰ ἀ­να­ζή­τη­σε βο­ή­θεια στὴν πρώ­τη ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ποὺ βρῆ­κε μπρο­στά της. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ ἔ­πε­φτε, καὶ τὴν ἔ­πια­σα ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λὴ καὶ σκού­πι­σε τὰ χεί­λη της μ’ ἕ­να μαν­τή­λι. Δὲν ἤ­ξε­ρα τὶ νὰ κά­νω· ἦ­ταν πο­λὺ ἥ­συ­χα καὶ σκο­τει­νὰ μέ­σα στὸ μα­γα­ζί.
       «Ἔ­χε­τε τυ­φλο­πόν­τι­κες ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Τό­τε εἶ­δα τὰ μά­τια της. Ἔ­μοια­ζαν μὲ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους, κου­ρε­λι­α­σμέ­νους ἱ­στοὺς μὲ μιὰ μι­κρὴ ἀ­ρά­χνη στὸ κέν­τρο, τὴν κό­ρη.
       «Τυ­φλο­πόν­τι­κες;» μουρ­μού­ρι­σα. Ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ   πού­λη­μα στὸ μα­γα­ζὶ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα δεῖ τυ­φλο­πόν­τι­κα πο­τέ μου. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἄλ­λο – μιὰ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια της, στὸ δει­λὸ σά­λε­μα τῶν δα­χτύ­λων της ποὺ ἁ­πλώ­θη­καν νὰ μὲ ἀγ­γί­ξουν. Ἔ­νι­ω­σα στε­νά­χω­ρα κοι­τά­ζον­τάς την.
       «Δὲν ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες», εἶ­πα. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, σι­ω­πη­λὴ καὶ τσα­κι­σμέ­νη, μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στοὺς ὤ­μους της. Τὰ βή­μα­τά της ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­βέ­βαι­α.
       «Ἔ, πε­ρι­μέ­νε­τε!» φώ­να­ξα. «Ἴ­σως νὰ ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες.» Δὲν ξέ­ρω, για­τί φέρ­θη­κα ἔ­τσι.
       Τὸ σῶ­μα της τι­νά­χτη­κε, εἶ­χε πό­νο στὰ μά­τια της. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σω.
       «Τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα μπο­ρεῖ νὰ θε­ρα­πεύ­σει ἀρ­ρώ­στους», ψι­θύ­ρι­σε. «Μό­νο τρεῖς στα­γό­νες πρέ­πει νὰ πι­εῖς.»
       Φο­βή­θη­κα. Ἔ­νι­ω­σα κά­τι μο­χθη­ρὸ νὰ κα­ρα­δο­κεῖ στὸ σκο­τά­δι.
       «Ἁ­πα­λύ­νει τὸν πό­νο, του­λά­χι­στον», συ­νέ­χι­σε ἀ­φη­ρη­μέ­να, καὶ ἡ φω­νή της κα­τέ­λη­ξε σ’ ἕ­ναν λυγ­μό.
       «Εἶ­στε ἄρ­ρω­στη;» ρώ­τη­σα. Οἱ λέ­ξεις σφύ­ρι­ξαν σὰν σφαῖ­ρες στὸν πη­χτό, ὑ­γρὸ ἀ­έ­ρα κι ἔ­κα­ναν τὸ κορ­μί της νὰ τραν­τα­χτεῖ. «Λυ­πᾶ­μαι.»
       «Ὁ γιός μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος.»
       Τὰ δι­ά­φα­να βλέ­φα­ρά της ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­μυ­δρή, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη λάμ­ψη στὸ βλέμ­μα της. Τὰ χέ­ρια της κεί­τον­ταν μου­δι­α­σμέ­να στὸν πάγ­κο, ἄ­ψυ­χα σὰν κού­τσου­ρα. Οἱ στε­νοί της ὦ­μοι φαί­νον­ταν στε­νό­τε­ροι μέ­σα στὸ τριμ­μέ­νο γκρὶ παλ­τό της.
       «Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ θὰ σᾶς κά­νει νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα», εἶ­πα.
       Ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, κι ὅ­ταν τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­δρα­ξαν τὸ πο­τή­ρι, τὰ βλέ­φα­ρά της ἦ­ταν ἀ­κό­μα σφα­λι­σμέ­να. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, μι­κρὴ καὶ εὔ­θραυ­στη, μὲ τὴν πλά­τη καμ­που­ρι­α­σμέ­νη, τὰ βή­μα­τά της ἀ­θό­ρυ­βα κι ἀ­νήμ­πο­ρα μέ­σα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­τρε­ξα στὸ κα­τό­πι της. Εἶ­χα πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή μου.
       «Θὰ σᾶς δώ­σω αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!» φώ­να­ξα.
       Ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὰ χέ­ρια. Ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρο νὰ τὴν κοι­τᾶς. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­δειος. Τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν σὰν κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ. Δὲν εἶ­χα αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα. Φαν­τά­στη­κα τὴ γυ­ναί­κα στὸ δω­μά­τιό της, νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς. Ἴ­σως νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νο τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια. Λοι­πόν, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μὴ μὲ δεῖ καὶ χά­ρα­ξα τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πὸ μ’ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἡ πλη­γὴ αἱ­μορ­ρά­γη­σε καὶ στά­λα­ξε ἀρ­γὰ μέ­σα σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο μπου­κα­λά­κι. Ὅ­ταν δέ­κα στα­γό­νες κά­λυ­ψαν τὸν πά­το του, ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ βρῆ­κα τὴ γυ­ναί­κα νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει.
       «Ὁ­ρί­στε», εἶ­πα. «Ὁ­ρί­στε τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα.»
       Δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πό. Ἡ πλη­γὴ ἀ­κό­μα αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε λί­γο, κι ἔ­χω­σα τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­διά μου. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κοί­τα­ξε κι ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λή. Δὲν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ γυ­ά­λι­νο μπου­κά­λι, ἀλ­λὰ στρά­φη­κε καὶ πῆ­γε γορ­γὰ στὴν πόρ­τα. Τὴν πρό­φτα­σα κι ἔ­βα­λα μὲ τὸ ζό­ρι τὸ μπου­κά­λι στὰ χέ­ρια της.
       «Εἶ­ναι αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»
       Ψη­λά­φη­σε τὰ δι­ά­φα­νο μπου­κά­λι. Τὸ αἷ­μα μέ­σα του λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἑ­τοι­μο­θά­να­τη φω­τιά. Ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη της.
       «Ὄ­χι. Ὄ­χι», εἶ­πα.
       Ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Ἔ­ρι­ξε τὰ χρή­μα­τα στὸν πάγ­κο καὶ δὲν εἶ­πε λέ­ξη. Ἤ­θε­λα νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὴ γω­νί­α. Μέ­χρι καὶ δεύ­τε­ρο πο­τή­ρι νε­ρὸ ἔ­βα­λα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν πε­ρί­με­νε. Τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν πά­λι ἄ­δει­ο καὶ τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη σὰν βρεγ­μέ­να κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ.
       Ψυ­χρές, ἥ­συ­χες μέ­ρες πέ­ρα­σαν. Τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ φύλ­λα στρο­βι­λί­ζον­ταν ἀ­νήμ­πο­ρα στὸν ἄ­νε­μο, δί­νον­τας στὸν ἀ­έ­ρα ὄ­ψη κα­φε­τιά. Οἱ πρῶ­τες χει­μω­νι­ά­τι­κες χιο­νο­θύ­ελ­λες ἐκ­σφεν­δό­νι­ζαν νι­φά­δες στὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν στὶς φλέ­βες μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω ἐ­κεί­νη τὴ γυ­ναί­κα. Τῆς εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα. Κα­νεὶς δὲν ἔμ­παι­νε στὸ μα­γα­ζί μου, καὶ μέ­σα στὸ ἥ­συ­χο σού­ρου­πο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ πῶς ἦ­ταν ὁ γιός της. Τὸ ἔ­δα­φος ἦ­ταν πα­γω­μέ­νο, οἱ δρό­μοι ἔ­ρη­μοι, καὶ ὁ χει­μώ­νας ἔ­δε­νε τὸν πα­γω­μέ­νο κόμ­πο του γύ­ρω ἀ­πὸ σπί­τια, ψυ­χὲς καὶ πέ­τρες.
       Ἕ­να πρω­ί, ἡ πόρ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ μου ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ ἴ­δια μι­κρό­σω­μη γκρί­ζα γυ­ναί­κα μπῆ­κε μέ­σα, καὶ πρὶν προ­λά­βω νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σω, ὅρ­μη­ξε καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε. Οἱ ὦ­μοι της ἦ­ταν πα­νά­λα­φροι κι ἀ­δύ­να­μοι καὶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν στὰ λε­πτε­πί­λε­πτα ρυ­τι­δω­μέ­να μά­γου­λά της. Ὅ­λο της τὸ σῶ­μα συγ­κλο­νί­στη­κε καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ σω­ρι­α­ζό­ταν, γι’ αὐ­τὸ ἔ­πια­σα τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της. Τό­τε ἡ γυ­ναί­κα ἅρ­πα­ξε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι καὶ τὸ σή­κω­σε μπρο­στὰ στὰ μά­τια της. Τὸ ση­μά­δι τῆς πλη­γῆς εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ βρῆ­κε τὸ ση­μεῖ­ο. Τὰ χεί­λη της φί­λη­σαν τὸν καρ­πό μου, τὰ δά­κρυ­ά της ζέ­στα­ναν τὸ δέρ­μα μου. Ξαφ­νι­κὰ τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­σε θαλ­πω­ρὴ καὶ γα­λή­νη.
       «Περ­πα­τά­ει!» Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­κλαι­γε μὲ ἀ­να­φι­λη­τά, κρύ­βον­τας ἕ­να δα­κρυ­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πί­σω ἀ­πὸ τὶς πα­λά­μες της. «Περ­πα­τά­ει!»
       Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ δώ­σει χρή­μα­τα· ἡ με­γά­λη μαύ­ρη τσάν­τα της ἦ­ταν γε­μά­τη δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει γιὰ μέ­να. Ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­να­θαρ­ρή­σει, τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν γί­νει σκλη­ρὰ κι ἐ­πί­μο­να. Τὴ συ­νό­δε­ψα μέ­χρι τὴ γω­νί­α ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου, νὰ μὲ κοι­τά­ζει, μι­κρὴ καὶ χα­μο­γε­λα­στὴ στὴν πα­γω­νιά.
       Εἶ­χε τό­ση θαλ­πω­ρὴ στὸ σκο­τει­νό μου μα­γα­ζὶ καὶ ἡ πα­λιά, ἀ­νε­παί­σθη­τη μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης μοῦ ἔ­φερ­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ζά­λη. Οἱ σαῦ­ρες μου ἦ­ταν τό­σο ὄ­μορ­φες ποὺ τὶς ἀ­γα­ποῦ­σα λὲς καὶ ἦ­ταν παι­διά μου.
       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἴ­διας μέ­ρας, ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἄν­τρας μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί. Ἦ­ταν ψη­λός, κο­κα­λιά­ρης καὶ φο­βι­σμέ­νος.
       «Ἔ­χε­τε… αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα;» ρώ­τη­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ. Τρό­μα­ξα.
       «Ὄ­χι, δὲν ἔ­χω. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ πού­λη­μα.»
       «Μὰ ἔ­χε­τε! Ἔ­χε­τε! Τρεῖς στα­γό­νες… Τρεῖς στα­γό­νες, ὄ­χι πα­ρα­πά­νω… Ἡ γυ­ναί­κα μου θὰ πε­θά­νει. Ἔ­χε­τε! Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ!»
       Μοῦ ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι.
       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… τρεῖς στα­γό­νες! Ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­θά­νει-­-»
       Τὸ αἷ­μα μου στά­λα­ξε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν πλη­γή. Ὁ ἄν­τρας κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κα­λά­κι καὶ οἱ κόκ­κι­νες στα­γό­νες ἔ­λαμ­παν ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γε κι ἕ­να μι­κρὸ ρο­λὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα κύ­λη­σε πά­νω στὸν πάγ­κο.
       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­γνώ­στων ποὺ ψι­θύ­ρι­ζαν μὲ πε­ρί­με­νε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Στὰ χέ­ρια τους ἔ­σφιγ­γαν γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια.
      «Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα! Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»
       Φώ­να­ζαν, στρίγ­γλι­ζαν καὶ σπρώ­χνον­ταν. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο στὸ σπί­τι κι ἕ­να μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι.

Jackoson Road



Κα­τε­ρί­να Ἠ­λι­ο­πού­λου

Jackson Road


ΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ἕ­ξι ὧρες με­τά, σκέ­φτο­μαι: Δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τό.  Ἀ­δύ­να­τον. Σκέ­φτο­μαι πὼς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος φάρ­σας, δο­κι­μα­σί­ας, ἔ­στω τι­μω­ρί­ας. Ὅ­τι θὰ μοῦ δo­θεῖ μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α. Τὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει τὴν ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τῆς κα­τά­στα­σης. Κι ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νω. Γρά­φω στὸ σκο­τά­δι. Κά­θε μι­κρο­συμ­βὰν αὐ­τῆς τῆς ἡ­μέ­ρας καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ ὑ­φὴ τῶν πραγ­μά­των, μοῦ ἔ­χει ἐν­τυ­πω­θεῖ μὲ κρυ­στάλ­λι­νη κα­θα­ρό­τη­τα. Ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κὴ Βι­κτω­ρια­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ τέρ­μα τῆς ὁ­δοῦ Τζάκ­σον, οἱ πό­ροι στὰ μαυ­ρο­κόκ­κι­να τοῦ­βλα, ἡ πα­ρά­ξε­νη ἐ­πι­γρα­φὴ «Green House». Ἡ ψη­λα­φη­τὴ ἀ­νά­βα­ση στὸ ἡ­μί­φως, μέ­χρι τὸν τρί­το ὄ­ρο­φο εἰ­σπνέ­ον­τας τὴ μυ­ρω­διὰ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κτη­ρί­ου. Μοῦ ἄ­νοι­ξε ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Γύ­ρω στὰ σα­ραν­τα­πέν­τε. Τώ­ρα μὲ κα­τοι­κεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, μὲ στοι­χει­ώ­νει σὰν ἐ­ρα­στής. Δὲν μπο­ρῶ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ σκέ­ψη μου νὰ σκα­λώ­νει στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Τὸ λε­πτε­πί­λε­πτο δέρ­μα της στὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ χέ­ρια, δι­ά­φα­νο σὰν μιᾶς νε­ρά­ι­δας, ἀλ­λὰ χα­λα­ρὸ καὶ ρυ­τι­δω­μέ­νο, τὰ λυ­τὰ ἀ­ση­μό­χρυ­σα μαλ­λιά. Τὰ γα­λά­ζια της μά­τια ποὺ θύ­μι­ζαν τὰ μά­τια τῶν σκύ­λων χά­σκυ. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ πὼς ἦ­ταν τυ­φλή, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως δι­α­πί­στω­σα πὼς ἔ­κα­να λά­θος. Μὲ ἔ­βα­λε μέ­σα, μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο πρὸς ἐ­νοι­κί­α­ση καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσά­ι. Δὲν μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δῶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο. Κα­θί­σα­με σὲ δυ­ὸ με­γά­λες πο­λυ­θρό­νες δί­πλα στὸ ἐ­πί­σης τε­ρά­στιο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἡ δι­κή μου πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ ἀ­συ­νή­θι­στο εἶ­δος μπερ­ζέ­ρας. Ἡ ψη­λὴ πλά­τη της σχη­μά­τι­ζε μιὰ βα­θιὰ κοι­λό­τη­τα μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α κρυ­βό­μουν, σχε­δὸν σὰν μέ­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς γι­γάν­τιου κο­χυ­λιοῦ. Κα­θό­μουν προ­σε­κτι­κὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω γιὰ νὰ μὴν ἀ­πορ­ρο­φη­θῶ ἐν­τε­λῶς μέ­σα στὴν πο­λυ­θρό­να. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ ἕ­να κα­θα­ρὸ ὑ­πνω­τι­σμέ­νο βλέμ­μα, χω­ρὶς νὰ ντρέ­πε­ται κα­θό­λου. Δί­πλα στὸ κρε­βά­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να φαρ­δὺ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὸ βά­θος πρὸς τὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ μιὰ πα­ρά­ξε­νη βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ κύρ­τω­νε πρὸς τὰ πά­νω σὰν ἁ­ψί­δα. Εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ἄ­νε­το δὲν νο­μί­ζεις, εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα μὲ μιὰ ἐ­λα­φριὰ προ­φο­ρά. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὑ­πῆρ­χε μέ­σα στὸ δω­μά­τιο κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στα ἀ­φό­ρη­το, μιὰ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ κα­τοι­κη­μέ­νο. Στὴ συ­νέ­χεια καὶ χω­ρὶς καμ­μί­α δυ­να­τό­τη­τα δι­α­κο­πῆς, ἡ γυ­ναί­κα ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­ναν μο­νό­το­νο μο­νό­λο­γο. Ὁ μο­νό­λο­γος συ­νί­στα­το κυ­ρί­ως σὲ ἕ­ναν κα­τά­λο­γο τῶν προ­η­γού­με­νων ἐ­νοι­κια­στῶν καὶ ὁ κα­θέ­νας τους συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ λα­κω­νι­κοὺς χρα­κτη­ρι­σμούς. Ὅ­λοι τὴν εἶ­χαν μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο ἀ­πο­γο­η­τεύ­σει, προ­δώ­σει ἀ­κό­μα καὶ βα­σα­νί­σει. Ἡ βρώ­μι­κη Ἰ­σπα­νί­δα, ἡ Σκω­τσέ­ζα ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­πὸ τὰ ντου­λά­πια, τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια ἀ­πὸ τὴν Πορ­το­γα­λί­α ποὺ μι­λοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα στὴ γλώσ­σα τους καὶ τὴν κου­τσομ­πό­λευ­αν, τὸ γκέ­ι ζευ­γά­ρι ποὺ περ­νοῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κὸ χρό­νο μέ­σα στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ συ­νου­σι­α­ζό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νη, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νη, ἀ­η­δι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐ­γὼ ὅ­μως φαι­νό­μουν κα­λὴ καὶ εὐ­γε­νι­κή, ἡ τέ­λεια ὑ­πο­ψή­φια. Ται­ρι­ά­ζα­με πο­λὺ τὸ ἔ­νοι­ω­σε ἀ­μέ­σως εἴ­χα­με καὶ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα εἶ­πε. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ design. Ἤ­θε­λα πιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ εἶ­χα κα­θη­λω­θεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν λε­κτι­κὸ κα­ται­γι­σμό. Νὰ ὁ­ρί­στε μοῦ λέ­ει, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἄγ­χος σχε­δὸν γα­λή­νια, νὰ σοῦ δεί­ξω τὰ σχέ­διά μου, εἶ­ναι σχέ­δια ἐ­πί­πλων. Ση­κώ­θη­κε, ἔ­φε­ρε γρή­γο­ρα ἕ­να με­γά­λο μπλὸκ καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὰ πό­δια μου. Στρι­μώ­χτη­κα καὶ πά­λι βα­θιὰ στὴν πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ χω­ρέ­σω. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ φεύ­γω, σκέ­φτη­κα. Ἄ­νοι­ξα τὸ μπλὸκ κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου. Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ἡ πτώ­ση. Ἀ­λη­θι­νὰ μιὰ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο. Δὲν ὑ­πάρ­χει μνή­μη γιὰ αὐ­τὸ τὸ κλά­σμα, ἀλ­λὰ μιὰ πα­ρά­ξε­νη σύ­σπα­ση στὸ σῶ­μα καὶ μιὰ ἄ­γνω­στη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­βί­ω­τη. Μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ φέ­ρω ξε­κά­θα­ρα στὸ μυα­λό μου τὰ ἔ­πι­πλα καὶ τὰ σχέ­διά τους, πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα, ποὺ ὑ­πῆρ­χαν στὸ μπλόκ. Τὴ βι­βλι­ο­θή­κη-σαρ­κο­φά­γο, τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι-γκι­λο­τί­να καὶ τε­λευ­ταῖ­α τὴν πο­λυ­θρό­να ποὺ κα­θό­μουν, τὴν πο­λυ­θρό­να-κα­τα­πα­κτὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ ἀ­πό­το­μα σὲ ἕ­να βα­θὺ σκο­τει­νὸ λα­γού­μι. Εἶ­μαι κα­ποια­νοῦ τὸ παι­χνί­δι σκέ­φτο­μαι. Πρέ­πει νὰ παί­ξω. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα.

Αναγνώστες