thanasisk
Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012
Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012
Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012
Όμηρος 800-750π.Χ.
| Ούτις εμοί γ’ όνομα μτφρ: το όνομά μου είναι "Κανένας" (Η γνωστή πονηριά του Οδυσσέα προς τον Κύκλωπα Πολύφημο ) | |
| Ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων; μτφρ: κυριολεκτικά: τι λόγος ξέφυγε από την οδοντοστοιχία σου. Μεταφορικά: τι μαλακία είπες τώρα; (Ο Δίας αντιδρώντας στην κατηγορία της Αθηνάς ότι εγκατέλειψε τον Οδυσσέα) | |
| Άχθος αρούρης. μτφρ: Βάρος της γης , άχρηστος (η φράση αρχικά αφορούσε τον Αχιλλέα). (Ιλιάς Σ) | |
| Δόσις ολίγη τε φίλη τε. μτφρ: Προσφορά μικρή αλλά εγκάρδια (ή καλοδεχούμενη). | |
| Ύπνω και θανάτω διδυμάοσιν. μτφρ: ο ύπνος και ο θάνατος είναι δίδυμα αδέλφια | |
| Άλλοις γαρ τ’ άλλοισιν επιτέρπεται έργοις. μτφρ: ότι σ’ άλλα έργα αρέσκεται τούτος και σ’ άλλα εκείνος | |
| Έσσετ’ ήμαρ. μτφρ: θα ‘ρθει η μέρα που… (Ιλιάς) | |
| Ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη. Είς κοίρανος έστω, είς βασιλεύς. μτφρ: Δεν είναι καλό να υπάρχει πολυαρχία. Πρέπει να υπάρχει ένας αρχηγός, ένας βασιλιάς | |
| Θαρσαλέος ανήρ εν πάσιν αμείνον. μτφρ: ο θαρραλέος άνθρωπος υπερτερεί σε όλα | |
| Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν. (Ιλιάδα Ζ, Ο Ιππόλαχος από τη Λυκία στο γιο του Γλαύκο) | |
| Ο τρώσας και ιάσεται. μτφρ: αυτός που προξένησε την πληγή θα τη γιατρέψει (Ο Αχιλλέας εν προκειμένω). (από την Ιλιάδα) | |
| Αιδώς γαρ εν κακοίσιν ουδέν ωφελεί. Η γαρ σιωπή τω λαλούντι σύμμαχος. μτφρ: στα δύσκολα η ντροπή δεν ωφελεί σε τίποτα. Η σιωπή είναι σύμμαχος αυτού που μιλάει | |
| Ροδοδάκτυλος Ηώς. Ηώς=Αυγή, μυθική θεά | |
| Είς κοίρανος έστω, είς βασιλεύς. μτφρ: πρέπει να υπάρχει ένας ηγεμόνας, ένας βασιλιάς | |
| Έργον αέξεται, ώ επιμίμνω. απόδοση: μια δουλειά θα προχωρήσει, αν καταπιαστείς μ’ αυτήν σοβαρά | |
| Χόλος νόον οιδάνει. μτφρ: ο θυμός φουσκώνει το μυαλό | |
| Πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνων. (Οδύσσεια α') | |
| Δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις. μτφρ: λαοφάγε βασιλιά, κυβερνάς "ουτιδανούς" (από την Ιλιάδα, ομιλεί ο Αχιλλέας) | |
| Νόστιμον ήμαρ. μτφρ: η ημέρα της επιστροφής. (Οδύσσεια α΄) | |
| Καπνόν αποθρώσκοντα (από την Οδύσσεια) | |
| Αιδώς, Αργείοι. (Ιλιάδα Ε) | |
| Έπεα πτερόεντα. (Ιλιάς, σε διάφορα χωρία) | |
| Θαύμα ιδέσθαι. | |
| Άμα πρόσσω καί οπίσσω λεύσσει μτφρ: κοιτάει από μπροστά και από πίσω [για να δει ποιο είναι το καλύτερο] | |
| Ου Νέμεσις Τρώας και ευκνήμιδας Αχαιούς τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν. Αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν μτφρ: δεν είναι κατηγόρια, όχι, για πλάσμα σαν κι αυτή /τόσο καιρό που σφάζουνται οι Αχαιοί κι οι Τρώες./Αλήθεια, αθάνατη θεά λες κι είναι σαν τη βλέπεις (σχόλιο των γερόντων της Τροίας, όταν είδαν την Ωραία Ελένη. Το «Ου Νέμεσις» εξελίχθηκε σε παροιμιώδη φράση, δηλωτική θαυμασμού ) | |
| Αεί τον όμοιον άγει θεός ως τον όμοιον. μτφρ: πάντα ο θεός τον όμοιο κοντά στον όμοιο φέρνει | |
| Παρά θίν’ αλός. μτφρ: παραλιακά (Ιλιάς Α) | |
| Μάντις κακών (Ο Αγαμέμνων για τον Κάλχα) | |
| Μήνιν άειδε θεά Πηληιάδεω Αχιλήος. (Η πρώτη φράση της Ιλιάδας) | |
| Ταύτα θεών εν γούνασι κείται. μτφρ: αυτά εξαρτώνται από τη θέληση των θεών | |
| Μένεα πνέων | |
| Κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων. μτφρ: σωριασμένος κάτω φαρδιά-πλατιά, έχοντας χάσει το άλογο Ιλιάδα π’ | |
| Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης. (Ιλιάδα Μ, ρήση του Έκτορα) | |
| Σήματα λυγρά μτφρ: ολέθρια σημάδια | |
| Άνδρα μοι ένεπεν μούσα πολύτροπον ως μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν, πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω. (η πρώτη φράση από την «Οδύσσεια») | |
| Ευτυχισμένος ο ηγεμόνας που κάνει τους υπηκόους του όχι να τον φοβούνται, μα να φοβούνται μήπως αυτός πάθει τίποτε κακό. |
Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012
Αίμα
Αἷμα
(Blood)
ΙΓΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ἐπισκέπτονται τὸ μαγαζί μου, τρεῖς-τέσσερις ἄνθρωποι τὴ μέρα. Κοιτάζουν τὰ ζῶα στὰ κλουβιά, ἀλλὰ σπάνια τὰ ἀγοράζουν. Ὁ χῶρος εἶναι στενὸς καὶ δὲν χωράω πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο, ὁπότε κάθομαι συνήθως στὴν παλιὰ σκοροφαγωμένη καρέκλα μου πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα. Ὧρες ὁλόκληρες ἔχω τὸ βλέμμα καρφωμένο σὲ βατράχους, σαῦρες, φίδια καὶ ἔντομα, ποὺ στριφογυρίζουν κάτω ἀπὸ χοντρὲς κιτρινωπὲς γυάλινες πλάκες. Δάσκαλοι ἔρχονται καὶ παίρνουν βατράχια γιὰ τὰ μαθήματα βιολογίας, ψαράδες περνᾶνε καμιὰ φορά, γιὰ ν’ ἀγοράσουν κάτι γιὰ δόλωμα· οὐσιαστικά, αὐτὸ εἶναι ὅλο. Σύντομα, θὰ πρέπει νὰ κλείσω τὸ μαγαζί μου καὶ θὰ λυπηθῶ γι’ αὐτό, γιατί ἡ νυσταλέα, βαριὰ μυρωδιὰ τῆς φορμόλης πάντα μὲ γαλήνευε καὶ περιέργως μ’ ἔκανε νὰ νιώθω σὰν στὸ σπίτι μου. Δουλεύω ἐδῶ πέντε χρόνια τώρα. Μιὰ μέρα, μιὰ παράξενη μικρόσωμη γυναίκα μπῆκε στὸ μαγαζί μου. Τὸ πρόσωπό της φαινόταν φοβισμένο καὶ γκρίζο. Μὲ πλησίασε, μὲ τὰ χέρια της νὰ τρέμουν, ἀφύσικα χλομά, μοιάζοντας μὲ δυὸ νεκρὰ λευκὰ ψάρια στὸ σκοτάδι. Ἡ γυναίκα δὲν μὲ κοίταξε, οὔτε εἶπε τίποτε. Οἱ ἀγκῶνες της παρέπαιαν, ἀναζητώντας στήριξη πάνω στὸν ξύλινο πάγκο. Μοῦ φάνηκε πὼς δὲν εἶχε ἔρθει ν’ ἀγοράσει σαῦρες· μπορεῖ ἁπλῶς νὰ μὴν ἔνιωθε καλὰ καὶ νὰ ἀναζήτησε βοήθεια στὴν πρώτη ἀνοιχτὴ πόρτα ποὺ βρῆκε μπροστά της. Φοβήθηκα πὼς θὰ ἔπεφτε, καὶ τὴν ἔπιασα ἀπ’ τὸ χέρι. Ἔμεινε σιωπηλὴ καὶ σκούπισε τὰ χείλη της μ’ ἕνα μαντήλι. Δὲν ἤξερα τὶ νὰ κάνω· ἦταν πολὺ ἥσυχα καὶ σκοτεινὰ μέσα στὸ μαγαζί.
«Ἔχετε τυφλοπόντικες ἐδῶ;» ρώτησε ξαφνικά. Τότε εἶδα τὰ μάτια της. Ἔμοιαζαν μὲ πολυκαιρισμένους, κουρελιασμένους ἱστοὺς μὲ μιὰ μικρὴ ἀράχνη στὸ κέντρο, τὴν κόρη.
«Τυφλοπόντικες;» μουρμούρισα. Ἔπρεπε νὰ τῆς πῶ ὅτι δὲν εἶχα ποτὲ τυφλοπόντικες γιὰ πούλημα στὸ μαγαζὶ καὶ ὅτι δὲν εἶχα δεῖ τυφλοπόντικα ποτέ μου. Ἡ γυναίκα ἤθελε ν’ ἀκούσει κάτι ἄλλο – μιὰ ἐπιβεβαίωση. Τὸ εἶδα στὰ μάτια της, στὸ δειλὸ σάλεμα τῶν δαχτύλων της ποὺ ἁπλώθηκαν νὰ μὲ ἀγγίξουν. Ἔνιωσα στενάχωρα κοιτάζοντάς την.
«Δὲν ἔχω τυφλοπόντικες», εἶπα. Γύρισε νὰ φύγει, σιωπηλὴ καὶ τσακισμένη, μὲ τὸ κεφάλι γερμένο ἀνάμεσα στοὺς ὤμους της. Τὰ βήματά της ἦταν μικρὰ κι ἀβέβαια.
«Ἔ, περιμένετε!» φώναξα. «Ἴσως νὰ ἔχω τυφλοπόντικες.» Δὲν ξέρω, γιατί φέρθηκα ἔτσι.
Τὸ σῶμα της τινάχτηκε, εἶχε πόνο στὰ μάτια της. Ἔνιωσα ἄσχημα, ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὴ βοηθήσω.
«Τὸ αἷμα τυφλοπόντικα μπορεῖ νὰ θεραπεύσει ἀρρώστους», ψιθύρισε. «Μόνο τρεῖς σταγόνες πρέπει νὰ πιεῖς.»
Φοβήθηκα. Ἔνιωσα κάτι μοχθηρὸ νὰ καραδοκεῖ στὸ σκοτάδι.
«Ἁπαλύνει τὸν πόνο, τουλάχιστον», συνέχισε ἀφηρημένα, καὶ ἡ φωνή της κατέληξε σ’ ἕναν λυγμό.
«Εἶστε ἄρρωστη;» ρώτησα. Οἱ λέξεις σφύριξαν σὰν σφαῖρες στὸν πηχτό, ὑγρὸ ἀέρα κι ἔκαναν τὸ κορμί της νὰ τρανταχτεῖ. «Λυπᾶμαι.»
«Ὁ γιός μου εἶναι ἄρρωστος.»
Τὰ διάφανα βλέφαρά της ἔκρυβαν τὴν ἀμυδρή, ἀπελπισμένη λάμψη στὸ βλέμμα της. Τὰ χέρια της κείτονταν μουδιασμένα στὸν πάγκο, ἄψυχα σὰν κούτσουρα. Οἱ στενοί της ὦμοι φαίνονταν στενότεροι μέσα στὸ τριμμένο γκρὶ παλτό της.
«Ἕνα ποτήρι νερὸ θὰ σᾶς κάνει νὰ νιώσετε καλύτερα», εἶπα.
Ἔμεινε ἀκίνητη, κι ὅταν τὰ δάχτυλά της ἄδραξαν τὸ ποτήρι, τὰ βλέφαρά της ἦταν ἀκόμα σφαλισμένα. Γύρισε νὰ φύγει, μικρὴ καὶ εὔθραυστη, μὲ τὴν πλάτη καμπουριασμένη, τὰ βήματά της ἀθόρυβα κι ἀνήμπορα μέσα στὸ σκοτάδι. Ἔτρεξα στὸ κατόπι της. Εἶχα πάρει τὴν ἀπόφασή μου.
«Θὰ σᾶς δώσω αἷμα τυφλοπόντικα!» φώναξα.
Ἡ γυναίκα σταμάτησε ξαφνικὰ καὶ σκέπασε τὸ πρόσωπό της μὲ τὰ χέρια. Ἦταν ἀνυπόφορο νὰ τὴν κοιτᾶς. Ἔνιωσα ἄδειος. Τὰ μάτια τῶν σαυρῶν ἔλαμπαν σὰν κομμάτια σπασμένου γυαλιοῦ. Δὲν εἶχα αἷμα τυφλοπόντικα. Φαντάστηκα τὴ γυναίκα στὸ δωμάτιό της, νὰ ξεσπάει σὲ λυγμούς. Ἴσως νὰ εἶχε ἀκόμα σκεπασμένο τὸ πρόσωπο μὲ τὰ χέρια. Λοιπόν, ἔκλεισα τὴν πόρτα γιὰ νὰ μὴ μὲ δεῖ καὶ χάραξα τὸν ἀριστερό μου καρπὸ μ’ ἕνα μαχαίρι. Ἡ πληγὴ αἱμορράγησε καὶ στάλαξε ἀργὰ μέσα σ’ ἕνα γυάλινο μπουκαλάκι. Ὅταν δέκα σταγόνες κάλυψαν τὸν πάτο του, ἄνοιξα τὴν πόρτα καὶ βρῆκα τὴ γυναίκα νὰ μὲ περιμένει.
«Ὁρίστε», εἶπα. «Ὁρίστε τὸ αἷμα τυφλοπόντικα.»
Δὲν ἀπάντησε, μόνο κοίταξε τὸν ἀριστερό μου καρπό. Ἡ πληγὴ ἀκόμα αἱμορραγοῦσε λίγο, κι ἔχωσα τὸ χέρι κάτω ἀπὸ τὴν ποδιά μου. Ἡ γυναίκα μὲ κοίταξε κι ἔμεινε σιωπηλή. Δὲν ἅπλωσε τὸ χέρι στὸ γυάλινο μπουκάλι, ἀλλὰ στράφηκε καὶ πῆγε γοργὰ στὴν πόρτα. Τὴν πρόφτασα κι ἔβαλα μὲ τὸ ζόρι τὸ μπουκάλι στὰ χέρια της.
«Εἶναι αἷμα τυφλοπόντικα!»
Ψηλάφησε τὰ διάφανο μπουκάλι. Τὸ αἷμα μέσα του λαμποκοποῦσε σὰν ἑτοιμοθάνατη φωτιά. Ἔπειτα ἔβγαλε χρήματα ἀπὸ τὴν τσέπη της.
«Ὄχι. Ὄχι», εἶπα.
Ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Ἔριξε τὰ χρήματα στὸν πάγκο καὶ δὲν εἶπε λέξη. Ἤθελα νὰ τὴ συνοδέψω μέχρι τὴ γωνία. Μέχρι καὶ δεύτερο ποτήρι νερὸ ἔβαλα, ἀλλὰ ἐκείνη δὲν περίμενε. Τὸ μαγαζὶ ἦταν πάλι ἄδειο καὶ τὰ μάτια τῶν σαυρῶν ἔλαμπαν ἀκόμη σὰν βρεγμένα κομμάτια σπασμένου γυαλιοῦ.
Ψυχρές, ἥσυχες μέρες πέρασαν. Τὰ φθινοπωρινὰ φύλλα στροβιλίζονταν ἀνήμπορα στὸν ἄνεμο, δίνοντας στὸν ἀέρα ὄψη καφετιά. Οἱ πρῶτες χειμωνιάτικες χιονοθύελλες ἐκσφενδόνιζαν νιφάδες στὰ παράθυρα καὶ τραγουδοῦσαν στὶς φλέβες μου. Δὲν μποροῦσα νὰ ξεχάσω ἐκείνη τὴ γυναίκα. Τῆς εἶχα πεῖ ψέματα. Κανεὶς δὲν ἔμπαινε στὸ μαγαζί μου, καὶ μέσα στὸ ἥσυχο σούρουπο προσπαθοῦσα νὰ φανταστῶ πῶς ἦταν ὁ γιός της. Τὸ ἔδαφος ἦταν παγωμένο, οἱ δρόμοι ἔρημοι, καὶ ὁ χειμώνας ἔδενε τὸν παγωμένο κόμπο του γύρω ἀπὸ σπίτια, ψυχὲς καὶ πέτρες.
Ἕνα πρωί, ἡ πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ μου ἄνοιξε ἀπότομα. Ἡ ἴδια μικρόσωμη γκρίζα γυναίκα μπῆκε μέσα, καὶ πρὶν προλάβω νὰ τὴ χαιρετήσω, ὅρμηξε καὶ μὲ ἀγκάλιασε. Οἱ ὦμοι της ἦταν πανάλαφροι κι ἀδύναμοι καὶ δάκρυα κυλοῦσαν στὰ λεπτεπίλεπτα ρυτιδωμένα μάγουλά της. Ὅλο της τὸ σῶμα συγκλονίστηκε καὶ σκέφτηκα ὅτι θὰ σωριαζόταν, γι’ αὐτὸ ἔπιασα τὰ τρεμάμενα χέρια της. Τότε ἡ γυναίκα ἅρπαξε τὸ ἀριστερό μου χέρι καὶ τὸ σήκωσε μπροστὰ στὰ μάτια της. Τὸ σημάδι τῆς πληγῆς εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀλλὰ βρῆκε τὸ σημεῖο. Τὰ χείλη της φίλησαν τὸν καρπό μου, τὰ δάκρυά της ζέσταναν τὸ δέρμα μου. Ξαφνικὰ τὸ μαγαζὶ γέμισε θαλπωρὴ καὶ γαλήνη.
«Περπατάει!» Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε μὲ ἀναφιλητά, κρύβοντας ἕνα δακρυσμένο χαμόγελο πίσω ἀπὸ τὶς παλάμες της. «Περπατάει!»
Ἤθελε νὰ μοῦ δώσει χρήματα· ἡ μεγάλη μαύρη τσάντα της ἦταν γεμάτη διάφορα πράγματα ποὺ εἶχε φέρει γιὰ μένα. Ἔνιωθα ὅτι ἡ γυναίκα εἶχε ἀναθαρρήσει, τὰ δάχτυλά της εἶχαν γίνει σκληρὰ κι ἐπίμονα. Τὴ συνόδεψα μέχρι τὴ γωνία ἀλλὰ ἐκείνη ἔμεινε ἐκεῖ δίπλα στὸ φανάρι τοῦ δρόμου, νὰ μὲ κοιτάζει, μικρὴ καὶ χαμογελαστὴ στὴν παγωνιά.
Εἶχε τόση θαλπωρὴ στὸ σκοτεινό μου μαγαζὶ καὶ ἡ παλιά, ἀνεπαίσθητη μυρωδιὰ τῆς φορμόλης μοῦ ἔφερνε μιὰ εὐτυχισμένη ζάλη. Οἱ σαῦρες μου ἦταν τόσο ὄμορφες ποὺ τὶς ἀγαποῦσα λὲς καὶ ἦταν παιδιά μου.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας, ἕνας παράξενος ἄντρας μπῆκε στὸ μαγαζί. Ἦταν ψηλός, κοκαλιάρης καὶ φοβισμένος.
«Ἔχετε… αἷμα τυφλοπόντικα;» ρώτησε, μὲ τὸ βλέμμα του νὰ μὲ διαπερνᾶ. Τρόμαξα.
«Ὄχι, δὲν ἔχω. Δὲν εἶχα ποτὲ τυφλοπόντικες γιὰ πούλημα.»
«Μὰ ἔχετε! Ἔχετε! Τρεῖς σταγόνες… Τρεῖς σταγόνες, ὄχι παραπάνω… Ἡ γυναίκα μου θὰ πεθάνει. Ἔχετε! Σᾶς παρακαλῶ!»
Μοῦ ἕσφιξε τὸ χέρι.
«Σᾶς παρακαλῶ… τρεῖς σταγόνες! Ἀλλιῶς θὰ πεθάνει--»
Τὸ αἷμα μου στάλαξε ἀργὰ ἀπὸ τὴν πληγή. Ὁ ἄντρας κρατοῦσε ἕνα μπουκαλάκι καὶ οἱ κόκκινες σταγόνες ἔλαμπαν ἐκεῖ μέσα σὰν ἀναμμένα κάρβουνα. Ἔπειτα ἔφυγε κι ἕνα μικρὸ ρολὸ χαρτονομίσματα κύλησε πάνω στὸν πάγκο.
Τὸ ἑπόμενο πρωινὸ ἕνα πλῆθος ἀγνώστων ποὺ ψιθύριζαν μὲ περίμενε μπροστὰ στὴν πόρτα. Στὰ χέρια τους ἔσφιγγαν γυάλινα μπουκαλάκια.
«Αἷμα τυφλοπόντικα! Αἷμα τυφλοπόντικα!»
Φώναζαν, στρίγγλιζαν καὶ σπρώχνονταν. Ὅλοι τους εἶχαν ἕναν ἄρρωστο στὸ σπίτι κι ἕνα μαχαίρι στὸ χέρι.
Jackoson Road

Jackson Road
ΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ἕξι ὧρες μετά, σκέφτομαι: Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτό. Ἀδύνατον. Σκέφτομαι πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἕνα εἶδος φάρσας, δοκιμασίας, ἔστω τιμωρίας. Ὅτι θὰ μοῦ δoθεῖ μιὰ ἀκόμα εὐκαιρία. Τὸ μυαλό μου δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴν ὁριστικότητα τῆς κατάστασης. Κι ἔτσι περιμένω. Γράφω στὸ σκοτάδι. Κάθε μικροσυμβὰν αὐτῆς τῆς ἡμέρας καὶ ἰδιαίτερα ἡ ὑφὴ τῶν πραγμάτων, μοῦ ἔχει ἐντυπωθεῖ μὲ κρυστάλλινη καθαρότητα. Ἡ ἐπιβλητικὴ Βικτωριανὴ πολυκατοικία στὸ τέρμα τῆς ὁδοῦ Τζάκσον, οἱ πόροι στὰ μαυροκόκκινα τοῦβλα, ἡ παράξενη ἐπιγραφὴ «Green House». Ἡ ψηλαφητὴ ἀνάβαση στὸ ἡμίφως, μέχρι τὸν τρίτο ὄροφο εἰσπνέοντας τὴ μυρωδιὰ ἑνὸς ἀκόμα κτηρίου. Μοῦ ἄνοιξε ἐκείνη ἡ γυναίκα. Γύρω στὰ σαρανταπέντε. Τώρα μὲ κατοικεῖ ὁλοκληρωτικά, μὲ στοιχειώνει σὰν ἐραστής. Δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω τὴ σκέψη μου νὰ σκαλώνει στὶς λεπτομέρειες. Τὸ λεπτεπίλεπτο δέρμα της στὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια, διάφανο σὰν μιᾶς νεράιδας, ἀλλὰ χαλαρὸ καὶ ρυτιδωμένο, τὰ λυτὰ ἀσημόχρυσα μαλλιά. Τὰ γαλάζια της μάτια ποὺ θύμιζαν τὰ μάτια τῶν σκύλων χάσκυ. Γιὰ κάποιο λόγο μοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἦταν τυφλή, ἀλλὰ ἀμέσως διαπίστωσα πὼς ἔκανα λάθος. Μὲ ἔβαλε μέσα, μὲ ὁδήγησε στὸ δωμάτιο πρὸς ἐνοικίαση καὶ μοῦ πρόσφερε τσάι. Δὲν μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ δῶ τὸ ὑπόλοιπο σπίτι ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν στενὸ διάδρομο. Καθίσαμε σὲ δυὸ μεγάλες πολυθρόνες δίπλα στὸ ἐπίσης τεράστιο διπλὸ κρεβάτι. Ἡ δική μου πολυθρόνα ἦταν ἕνα πολὺ ἀσυνήθιστο εἶδος μπερζέρας. Ἡ ψηλὴ πλάτη της σχημάτιζε μιὰ βαθιὰ κοιλότητα μέσα στὴν ὁποία κρυβόμουν, σχεδὸν σὰν μέσα στὸ ἐσωτερικὸ ἑνὸς γιγάντιου κοχυλιοῦ. Καθόμουν προσεκτικὰ πρὸς τὰ ἔξω γιὰ νὰ μὴν ἀπορροφηθῶ ἐντελῶς μέσα στὴν πολυθρόνα. Ἡ γυναίκα μὲ παρατηροῦσε μὲ ἕνα καθαρὸ ὑπνωτισμένο βλέμμα, χωρὶς νὰ ντρέπεται καθόλου. Δίπλα στὸ κρεβάτι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπῆρχε ἕνα φαρδὺ παράθυρο καὶ στὸ βάθος πρὸς τὰ πόδια τοῦ κρεβατιοῦ μιὰ παράξενη βιβλιοθήκη ποὺ κύρτωνε πρὸς τὰ πάνω σὰν ἁψίδα. Εἶναι ἀρκετὰ ἄνετο δὲν νομίζεις, εἶπε ἡ γυναίκα μὲ μιὰ ἐλαφριὰ προφορά. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ὑπῆρχε μέσα στὸ δωμάτιο κάτι ἀπροσδιόριστα ἀφόρητο, μιὰ αἴσθηση ὅτι ἦταν ἤδη ἐξαντλητικὰ κατοικημένο. Στὴ συνέχεια καὶ χωρὶς καμμία δυνατότητα διακοπῆς, ἡ γυναίκα ἐπιδόθηκε σὲ ἕναν μονότονο μονόλογο. Ὁ μονόλογος συνίστατο κυρίως σὲ ἕναν κατάλογο τῶν προηγούμενων ἐνοικιαστῶν καὶ ὁ καθένας τους συνοδευόταν ἀπὸ λακωνικοὺς χρακτηρισμούς. Ὅλοι τὴν εἶχαν μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἀπογοητεύσει, προδώσει ἀκόμα καὶ βασανίσει. Ἡ βρώμικη Ἰσπανίδα, ἡ Σκωτσέζα ποὺ ἔκλεβε ἀπὸ τὰ ντουλάπια, τὰ δυὸ κορίτσια ἀπὸ τὴν Πορτογαλία ποὺ μιλοῦσαν ἀσταμάτητα στὴ γλώσσα τους καὶ τὴν κουτσομπόλευαν, τὸ γκέι ζευγάρι ποὺ περνοῦσε ὑπερβολικὸ χρόνο μέσα στὴν μπανιέρα καὶ συνουσιαζόταν ἀδιάκοπα. Ἦταν κουρασμένη, ἀπηυδισμένη, ἀηδιασμένη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐγὼ ὅμως φαινόμουν καλὴ καὶ εὐγενική, ἡ τέλεια ὑποψήφια. Ταιριάζαμε πολὺ τὸ ἔνοιωσε ἀμέσως εἴχαμε καὶ κοινὰ ἐνδιαφέροντα εἶπε. Εἶχε καὶ ἐκείνη ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ design. Ἤθελα πιὰ νὰ φύγω ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ εἶχα καθηλωθεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸν λεκτικὸ καταιγισμό. Νὰ ὁρίστε μοῦ λέει, χωρὶς νὰ πάρει ἀνάσα, ἀλλὰ χωρὶς ἄγχος σχεδὸν γαλήνια, νὰ σοῦ δείξω τὰ σχέδιά μου, εἶναι σχέδια ἐπίπλων. Σηκώθηκε, ἔφερε γρήγορα ἕνα μεγάλο μπλὸκ καὶ τὸ ἀκούμπησε στὰ πόδια μου. Στριμώχτηκα καὶ πάλι βαθιὰ στὴν πολυθρόνα γιὰ νὰ χωρέσω. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ φεύγω, σκέφτηκα. Ἄνοιξα τὸ μπλὸκ καθὼς ἡ γυναίκα στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου. Εἶναι παράξενο πράγμα ἡ πτώση. Ἀληθινὰ μιὰ ἐμπειρία ἀναντικατάστατη, ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Δὲν ὑπάρχει μνήμη γιὰ αὐτὸ τὸ κλάσμα, ἀλλὰ μιὰ παράξενη σύσπαση στὸ σῶμα καὶ μιὰ ἄγνωστη ἐλευθερία, ἀβίωτη. Μπορῶ τώρα νὰ φέρω ξεκάθαρα στὸ μυαλό μου τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ σχέδιά τους, πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστα, ποὺ ὑπῆρχαν στὸ μπλόκ. Τὴ βιβλιοθήκη-σαρκοφάγο, τὸ διπλὸ κρεβάτι-γκιλοτίνα καὶ τελευταῖα τὴν πολυθρόνα ποὺ καθόμουν, τὴν πολυθρόνα-καταπακτὴ ποὺ ὁδηγεῖ ἀπότομα σὲ ἕνα βαθὺ σκοτεινὸ λαγούμι. Εἶμαι καποιανοῦ τὸ παιχνίδι σκέφτομαι. Πρέπει νὰ παίξω. Ἀκόμα ὑπάρχει ἐλπίδα.Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
